Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη ο Χάρρυ Κλυνν εκδηλώνει το συγγραφικό και υποκριτικό του ταλέντο από μικρή ηλικία. Το 1958, ξεκινώντας από μια βραδιά ταλέντων του Γ. Οικονομίδη, μετακομίζει στην Αθήνα απ’ όπου ξεκινά την καλλιτεχνική του σταδιοδρομία. Μέσα σε οχτώ χρόνια κατορθώνει να διακριθεί και να έχει σημαντική πορεία στο χώρο των νυχτερινών κέντρων, κυρίως και των καμπαρέ. Στις αρχές της δεκαετίας του 60 γυρίζει τις πρώτες του κινηματογραφικές ταινίες και κάνει τις πρώτες του θεατρικές εμφανίσεις στα θέατρα «ΑΚΡΟΠΟΛ» και «ΧΑΤΖΗΧΡΗΣΤΟΥ». Από το 1964 έως το 1974 ζει και εργάζεται στη Β. Αμερική και διαπρέπει ως συγγραφέας και stand up comedian. Επιστρέφει στην Ελλάδα το 1974 και αλλάζει τη μορφή της νυχτερινής διασκέδασης παρουσιάζοντας για πρώτη φορά ευρηματικά και πρωτότυπα shows στο χώρο των νυχτερινών κέντρων και των μπουάτ. Οι δίσκοι του που κυκλοφορούν την ίδια εποχή κρατάνε για χρόνια τις πρώτες θέσεις στα δισκογραφικά charts και οι ταινίες του σπάνε όλα τα ρεκόρ των εισιτηρίων. Οι επιλεκτικές εμφανίσεις του στην τηλεόραση του χαρίζουν τον τίτλο του εμπορικότερου καλλιτέχνη της χιλιετίας (AGB) και οι παραστάσεις του στα θέατρα «ΟΡΦΕΑΣ», «ΑΛΣΟΣ», «ΔΕΛΦΙΝΑΡΙΟ» και «ΜΙΝΩΑ» καταρρίπτουν κάθε προηγούμενο εισπρακτικό ρεκόρ. Από το 2006 μένει μόνιμα γενέτειρά του Καλαμαριά, γράφει βιβλία (κυκλοφορούν 13 βιβλία του) παίζει θέατρο, ζωγραφίζει (εφτά ατομικές εκθέσεις) και ηγείται της μείζονος αντιπολίτευσης στο Δήμο Καλαμαριάς.


TA ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΧΑΡΡΥ

Σε όλα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία και στο διαδίκτυο

Image

  • Η Γέρμα, (1983), Εκδόσεις Κάκτος
  • Αλαλούμ Και Πάσης Ελλάδος, (1984), Εκδόσεις Καστανιώτης
  • Ο Καζαμίας του Ρούλη, (1986), Εκδόσεις Κάκτος
  • Happy Birthday, Νίκο, (1988), Εκδόσεις Καστανιώτης
  • Τρυφερά αγκάθια, (1988), Εκδόσεις Καστανιώτης
  • Επί σκηνής, (1997), Εκδόσεις Καστανιώτης
  • Πόλις, 1997, Εκδόσεις Καστανιώτης
  • Περί, (2000), Εκδόσεις Καστανιώτης
  • Αναλαμβάνω την ευθύνη, 2000, Εκδόσεις Καστανιώτης
  • Μυθολογία κειμηλίων, (2001), Εκδόσεις Καστανιώτης
  • Όταν βρέχει, τα χελιδόνια πετούν χαμηλά, (2003), Εκδόσεις Καστανιώτης
  • Σκονισμένη ακτή, (2010), Εκδόσεις Γαβριηλίδη
  • ΕΚΤΟΣ ΕΜΠΟΡΙΟΥ
    (Kυκλοφόρησαν σε φυλλάδια)
    TA TPAΓOYΔIA THΣ AΛΛHΣ ΠΛEYPA
    (Ποίηση) Μόντρεαλ-Nέα Yόρκη 1966-1974
    MHXANIΣMOΣ ΘANATΟΥ
    (Ποίηση) 1974 – 1978
    ΠPOΣΓEIOΣ ΠTHΣΙΣ
    (Ποίηση) 1978-1982·
    NEKPOΣ KANΩN
    (Ποίηση) 1983-1990

    ΥΠΟ ΕΚΔΟΣΗ “ΤΙΠΟΤΑ ΔΕ ΘΑ ΘΥΜΙΖΕΙ…” ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΣΤΟΝ ΙΣΤΟΤΟΠΟ ΑΥΤΟ ΠΡΩΤΗ ΘΕΣΗ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΧΑΡΡΥ ΚΛΥΝΝ,
ΔΟΚΙΜΙΑ, ΣΚΕΨΕΙΣ, ΚΡΙΣΕΙΣ  ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
________________________________

Όλα οι πίνακες ζωγραφικός που κοσμούν τις αναρτήσεις των ποιημάτων είναι έργα Χάρρυ Κλυνν (επισκεφτείτε τον ιστότοπο ζωγραφικής και κατασκευών του Χάρρυ Κλυνν και αποκτείστε κάποιο έργο που σας ενδιαφέρει:http://klynnart.blogspot.gr
__________________________________

ΔΕΙΤΕ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΞΤΕ ΖΩΓΡΑΦΙΚΟ ΠΙΝΑΚΑ 

Aside  —  Posted: Νοεμβρίου 26, 2012 in ΠΟΙΗΣΗ

“Μην προσπαθείς”

Posted: Ιανουαρίου 8, 2013 in ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι, πέθανε στις 9 Μαρτίου του 1994 από Λευχαιμία στην Αμερική, μια χώρα που ποτέ δεν αγάπησε, γιατί και αυτή ποτέ δεν τον αγάπησε. Έγινε διάσημος στην Ευρώπη, ειδικά στην Γερμανία από όπου καταγόταν, για την τρυφερή αλήτικη γραφή του και την συμπόνια του για όλους τους απόκληρους της γης,
έπνιξε πολλές φορές τα φαντάσματά του σε λίμνες από αλκοόλ, θύμωσε και έγινε βίαιος επειδή ο πατέρας του δεν τον απόδεχθηκε ποτέ και πέρασε στην ιστορία της λογοτεχνίας ως ο βασικός της απόκληρος, ο παρίας, αυτός που πολλοί θαύμαζαν, μα κανένας δεν ήθελε για φίλο.
Σκληρός κριτικός του χιλιονεκραναστημένου “αμερικάνικου ονείρου”, συμπαθής σε όλους τους περιθωριακούς, βαθιά πληγωμένος από την πατρική απόρριψη, τεχνήτης των ωμών λέξεων που συνθέτουν ποίηση, αρνήθηκε να πολεμήσει για την πατρίδα, όντας ο ίδιος χωρίς πατρίδα, γιατί αν δεν σε αγαπούν, δεν ανήκεις πουθενά, έζησε περιπλανώμενος και άστεγος για μεγάλα διαστήματα της περιπετειώδους ζωής του, δούλεψε στο δημόσιο ταχυδρομείο της Αμερικής, παντεύτηκε δύο φορές και το 1969, ο Τζον Μάρτιν, του έδωσε τα απαραίτητα προς το ζειν, για να μην ξανάπει ποτέ στο ταχυδρομείο, απλά να γράφει, να μιλά με την γραφή του και έτσι παράτησε την βαρετή καρέκλα και από τότε έγραψε άλλα  61 έργα.

Ο Ζαν Ζενέ και ο Σαρτρ, τον χαρακτήριζαν ως τον σημαντικότερο αμερικανό ποιητή, πατέρα του βρώμικου ρεαλισμού στην ποίηση, αλλά οι ακαδημαϊκοί κύκλοι ποτέ δεν τόλμησαν να παραδεχτούν την δυναμική του έργου του. Γιαυτούς, ο Μπουκόφσκι θα είναι πάντα ένα ενοχλητικό περιθώριο, ένας παραληματικός μέθυσος. Στον τάφο του υπάρχει η ρήση “Μην προσπαθείς”. Πολλοί θα το δουν σαν παραίτηση. Πίσω από τα λόγια του υπάρχει όμως η προτροπή της ενέργειας, της πράξης. Δεν ήταν ο κλασικός νωθρός διανοούμενος. Ο Μπουκόφσκι γράφει ρεαλιστική ποίηση, έξω από τις νόρμες του ακαδημαϊκού ρεαλισμού, δίνει σάρκα και οστά στα παραμύθια του γιατί μιλάει για αληθινούς περιθωριακούς, που υπάρχουν όσο και αν ο συντηριτισμός προσπαθεί πάντα να απωθεί. “Πράξε”, είναι αυτό που θέλει να μας πει ο ποιητής.

Αν ζούσε σήμερα θα ήταν 92 χρονών.

Image

« Η γιγαντιαία μηχανή που την χειρίζονται νάνοι λέγεται γραφειοκρατία »

Ήταν ακόμα πρωί όταν έφτασε ο Κ.
Το κτίριο όπου στεγαζόταν η υπηρεσία ούτε που φαινόταν. Το τύλιγε ομίχλη και σκοτάδι κι ούτε καν μια αχτίδα φωτός να δείχνει ότι εκεί υπήρχε κτίριο.
Ο Κ. ήξερε, όμως, πολύ καλά ότι κάπου εκεί υπήρχε το κτίριο και η υπηρεσία. Άνοιξε βιαστικά το βήμα του όταν κάποιος νεαρός με πρόσωπο θεατρίνου τον πλησίασε από πίσω.
«Υπάρχει κτίριο εδώ;», ρώτησε ο Κ.
«Βεβαίως» αποκρίθηκε αργά ο νεαρός, « ο πύργος του οργανισμού ψυχικού δυναμικού », ενώ και με τα δυο του χέρια ταυτόχρονα του έκλεινε τον δρόμο.
«Μήπως χρειάζεται άδεια για να εισπράξει κανείς αυτά που του χρωστάνε;» ρώτησε απορημένος ο Κ.
«Χρειάζεται άδεια» ήταν η απάντηση που φανέρωνε ξεκάθαρα ειρωνεία και περιφρόνηση.
«Ε, τότε θα πρέπει να πάρω μια άδεια», είπε ο Κ.
«Κι από ποιον παρακαλώ;», ρώτησε ο νεαρός.
«Από τον Διευθυντή» απάντησε ο Κ. «τί άλλο μπορεί να γίνει;»
«Άδεια από τον Διευθυντή μες στα μαύρα χαράματα;» φώναξε ο νεαρός κάνοντας ένα βήμα πίσω «Δε νομίζω…»
«Τότε, λοιπόν, γιατί με ειδοποιήσατε;», ρώτησε σα χαμένος ο Κ.
«Μα ποιος είστε τέλος πάντων;» ρώτησε με καχυποψία ο νεαρός.
«Επιτρέψτε μου να σας πω ότι είμαι ο προμηθευτής ανταλλακτικών του φωτοαντιγραφικού μηχανήματος του οργανισμού»
«Ο προμηθευτής;» ακούστηκε διστακτική η φωνή του νεαρού που μάλλον γρήγορα ξανακέρδισε την αυτοπεποίθησή του.
«Και για ποιο λόγο βρίσκεσθε εδώ;» ρώτησε επιθετικά.
«Πρόκειται για την βλάβη του φωτοαντιγραφικού μηχανήματος που εντόπισε ο χειριστής όταν κάλεσε το συνεργείο συντήρησης. Τα ανταλλακτικά του φωτοαντιγραφικού, 3 σύρματα κορώνας αξίας 25.000 δρχ έκαστο, παραδόθηκαν στον οργανισμό από τους βοηθούς μου πριν από 20 χρόνια, αφού τηρήθηκαν πρώτα όλες οι νόμιμες διαδικασίες. Δε νομίζετε ότι είναι καιρός να πάρω κι εγώ τα χρήματά μου;»
«Έχετε μαζί σας τα σχετικά έγγραφα;» ρώτησε επιτιμητικά ο νεαρός «θέλω να πω, δηλαδή, το πρωτότυπο του εντάλματος με όλα τα συνημμένα δικαιολογητικά. Θα πρέπει να το αντιπαραβάλω με το αντίγραφο του εντάλματος που διαβιβάστηκε στο τμήμα προϋπολογισμού πριν καταχωρηθεί στο ημερολόγιο πληρωμών. Πρέπει να έχετε, δηλαδή, εκτός από το πρωτότυπο τα 4 δικαιολογητικά σε 13 αντίγραφα, καθώς επίσης:
α) Βεβαίωση πραγματοποίησης εργασίας. β) Αίτηση παραγγελίας σε 5 αντίγραφα. γ) Υπηρεσιακό σημείωμα σε 3 αντίγραφα. δ) Ένταλμα πληρωμής σε 4 αντίγραφα.
Ο Κ. κοίταξε τον νεαρό με μάτια γεμάτα αγωνία.
«Έχω μόνο το πρωτότυπο του εντάλματος και ως δικαιούχος ήρθα να εισπράξω το ποσό των 75.000 δρχ, δηλαδή 220 ευρώ και 10 λεπτά, με το σημερινό νόμισμα. Έχουν περάσει πάνω από 20 χρόνια ξέρετε… Κανονικά η πληρωμή γίνεται μέσα σε 45 μέρες…» ψέλλισε.
«Λυπάμαι πολύ» είπε ο νεαρός, «αλλά, όπως ξέρετε, πρέπει να τηρούνται όλες οι διαδικασίες. Θα σας συμβούλευα να ξεκινήσετε τις διαδικασίες από την αρχή, εκτός και αν δεν σας ενδιαφέρουν τα 220 ευρώ και τα δέκα λεπτά σας » και συνέχισε χωρίς να περιμένει απάντηση. « Ζητήστε από τον οικονομικό υπάλληλο της γραμματείας Δημοσίων Σχέσεων την αρχική βεβαίωση πραγματοποίησης εργασίας του συνεργείου που ανέλαβε την συντήρηση του μηχανήματος, μαζί με τα 2 δελτία επισκευής και τα δυο τιμολόγια που εκδόθηκαν. Μ’ αυτά θα βρείτε πολύ εύκολα την αίτηση παραγγελίας που υπέγραψε ο Διευθυντής του τμήματος. Κατόπιν θα πάρετε τα δυο τιμολόγια, την βεβαίωση πραγματοποίησης εργασίας και την αίτηση παραγγελίας την οποία πρέπει να υπογράψει ξανά ο Διευθυντής οικονομικών υπηρεσιών προκειμένου να προωθηθεί στο τμήμα προϋπολογισμού. Στη συνέχεια ο Διευθυντής οικονομικών υπηρεσιών θα εγκρίνει την δαπάνη και θα συντάξει υπηρεσιακό σημείωμα για να διαβιβαστεί στην Ε.Κ.Θ. εσόδων – εξόδων με όλα τα δικαιολογητικά. Από ’κει και πέρα φροντίστε το ένταλμα να προωθηθεί για υπογραφές. Για να μην ταλαιπωρηθείτε θα πρέπει να φροντίσετε να εκδοθούν 4 παραστατικά σε 13 αντίγραφα, να συμπληρωθούν 46 στοιχεία και να τεθούν 21 υπογραφές και από τα 9 αρμόδια τμήματα της υπηρεσίας»
Ο Κ. στεκόταν ακίνητος και ελάχιστη διάθεση ένιωθε να ξεκολλήσει τα πόδια του. Ο νεαρός ικανοποιημένος που επί τέλους τον ξεφορτώθηκε τρύπωσε γρήγορα – γρήγορα μέσα στο κτίριο από την μισάνοιχτη πόρτα ρίχνοντας μια διαβολική ματιά πίσω του.
«Ωραία περίπτωση για κρίση απελπισίας», αναλογίστηκε ο Κ. «φτάνει να βρισκόμουν εδώ κατά τύχη και όχι με τη θέλησή μου»

……………………………………………………………………………………………………………………………………

Όχι, αυτό που διαβάσατε δεν είναι απόσπασμα από τον εφιαλτικό « Πύργο » του Κάφκα. Είναι μια απόπειρα «αστειοποίησης» ενός ρεπορτάζ ντοκουμέντου εφημερίδας για την ανθίζουσα γραφειοκρατία μας, που δικαιολογημένα ο συντάκτης του το αποκαλεί «ημερολόγιο καθημερινής τρέλας» της Ελληνικής γραφειοκρατίας.

Taxidiblog-Kypros-Kilada-Kedron-3

Όταν μου ανήγγειλαν το θάνατό μου ομολογώ δε μπόρεσα να το συνειδητοποιήσω, ήμουν δεν ήμουν 12 χρόνων και το μυαλό μου το είχα περισσότερο στα παιχνίδια και στα κοριτσάκια. «Αργότερα που θα μεγαλώσεις θα καταλάβεις» μου είπε η μάνα μου και συνέχισε το μοιρολόι της, ένα μακρόσυρτο μανιάτικο μοιρολόι σαν κι αυτό που διασκεύασε ο Yianni στο τελευταίο CD του. Ο πατέρας μου ήταν πιο συγκρατημένος. Παρέμενε βουβός και ανέκφραστος με τα μάτια του κατεβασμένα και τα μαλλιά αχτένιστα να πέφτουν στο μέτωπό του. Για πρώτη φορά έβλεπα το πατέρα μου αχτένιστο. Πρωτοφανές! Το μαλλί για τον πατέρα μου ήταν σημείο αναφοράς στην αξιοπρέπεια, στο σεβασμό και στις αξίες της ζωής γενικότερα. Κάθε βράδυ λίγο πριν κοιμηθεί βούρτσιζε τα μαλλιά του με μια βούρτσα που είχε ασημένια λαβή με το μονόγραμμα του. Μετά τα άλειβε με μια κρέμα που μύριζε τριαντάφυλλο, ιδιοκατασκεύασμα, της μάνας μου, τα έδενε προσεκτικά με το «φιλεδάκι», κούμπωνε το επάνω κουμπί της πιζάμας του και σήκωνε τα μάτια του προς το ταβάνι ενώ ένα ακατάληπτο μουρμούρισμα έβγαινε από τα χείλη του.
«Κάνει την προσευχή του… Μιλάει με το Θεό» απάντησε η μάνα μου όταν τη ρώτησα, «τι κάνει ο πατέρας;»
Εγώ, όσες φορές προσπάθησα να μιλήσω με το Θεό δεν τα κατάφερα. Γι αυτό ευχόμουν να πεθάνει όσο γίνεται πιο γρήγορα ο πατέρας μου για να του πάρω τη βούρτσα με την ασημένια λαβή, το «φιλεδάκι» και την κρέμα της μάνας μου που μύριζε τριαντάφυλλο.
Τελικά πέθανα εγώ! Ευτυχώς που κάτι πρόλαβα να κάνω στη ζωή μου. Με πόση χαρά θυμάμαι διάβασα το όνομά μου στον κατάλογο που είχε αναρτηθεί έξω από την Πολυτεχνική σχολή της Αθήνας. Δίπλα μου μια κατάξανθη κοπελίτσα γεμάτη φακίδες έκλαιγε με λυγμούς.
«Μην κλαίτε, καλή μου» της είπα «τη επόμενη φορά θα πάτε καλύτερα»
«Από χαρά κλαίω» μου απάντησε ο ξανθομπάμπουρας «πέρασε πρώτη» και συνέχισε το κλάμα ρουφώντας τη μύτη της…
Πήρα το πτυχίο μου εφτά χρόνια μετά. Ο πατέρας μου συγχωρέθηκε τρεις μήνες νωρίτερα. Πέθανε από ηλεκτροπληξία καθώς επισκεύαζε ένα χαλασμένο σεσουάρ της μάνας μου. Μας άφησε ένα βιβλιαράκι του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου με 68.000 δραχμές, ένα φιατάκι 128 του 74, μια γκόμενα στο Παγκράτι, τη βούρτσα με την ασημένια λαβή και το «φιλεδάκι».
Εν τω μεταξύ η επιθυμία μου να μιλήσω με το Θεό ολοένα και λιγότερο με απασχολούσε, πιο πολύ με απασχολούσε το θέμα της δουλειάς.
Στην αρχή έπιασα δουλειά σ’ ένα μεγάλο αρχιτεκτονικό γραφείο, αλλά πολύ γρήγορα την εγκατέλειψα γιατί ενώ εγώ επέμενα να κάνω σχέδια εκείνοι με βάζανε να τους κουβαλάω καφέδες, σουβλάκια και πίτσες…
Έμεινα άνεργος τρία χρόνια…
Ευτυχώς, δηλαδή, γιατί αν είχα πιάσει δουλειά μπορεί να μην πήγαινα σ’ εκείνο το riality που μ’ έκανε αρκετά πλούσιο και διάσημο μέσα σε λίγους μήνες…
Στο παιχνίδι γνώρισα και την Ζωζώ, ένα ζουμερό πουτανάκι που τελείωνε στο άψε σβήσε τη δουλειά είτε ήταν στο κρεβάτι, είτε στο αυτοκίνητο, είτε στον ανελκυστήρα…
Η σχέση μας άντεξε όσο άντεξαν και τα λεφτά που κέρδισα από το παιχνίδι. Πάνε τα λεφτά πάει και η Ζωζώ…
Δε βαριέσαι, ούτως ή άλλως μεγάλωνα κι όπως μου είπε η μάνα μου άρχισα σιγά-σιγά να συνειδητοποιώ το θάνατό μου και η Ζωζώ όπως και οι υπόλοιπες υπόλοιπες απώλειές μου άρχισαν να καταγράφονται στο υποσυνείδητό μου χωρίς να με συγκινούν ιδιαίτερα.
Όταν άρχισα ουσιαστικά να συνειδητοποιώ ότι ήμουν νεκρός άρχισα να κατανοώ την ανάγκη των ζωντανών να προσπαθούν να επιτύχουν, να αναδειχτούν, να κατακτήσουν και να κατακτηθούν…
Κατάλαβα τι σημαίνει συμφέρον, ανέλιξη, επιβολή, εξουσία, πολιτική κλπ… κλπ… Ξέρετε εσείς…
Κατάλαβα τα πάντα, αλλά η κατάκτησή μου αυτή εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατόν να με ωφελήσει σε τίποτα…
Είχα συνειδητοποιήσει πλέον εκατό τοις εκατό ότι είχα πεθάνει…

Αν ξαναγυρίσω στη ζωή είναι βέβαιο ότι γνωρίζοντας σχεδόν τα πάντα η διαδρομή μου θα είναι πέρα για πέρα επιτυχημένη…Εκτός και αν ξαναπεθάνω σε νεαρή ηλικία οπότε η οποιαδήποτε αποτυχία μου θα είναι, όπως και τώρα, πλήρως δικαιολογημένη…

KAI NA ΠOY XAΘHKAN OΛA

Posted: Δεκεμβρίου 4, 2012 in ΠΟΙΗΣΗ

Image
Kαι να που χάθηκαν όλα,
Που γίναν καπνός,
Που διαλύθηκαν
Mες στην αγωνιώδη αναζήτηση
Tου λόγου,
Tου αντιλόγου
Kαι του διαλόγου

Kαι να που χάθηκαν όλα,
Mες στην προτρεπτική ανάγκη
Mιας μάταιης επικοινωνίας

Kαι να που χάθηκαν όλα,
Mέσα στο σάπιο φως
Kαι στους ατμούς του μαγειρείου,
Δίπλα στο σταθμό

Kαθώς ανοίγει η πόρτα
Kαι μας παίρνει το διάφανο βλέμμα
Ως τον τοίχο με τις σχισμένες αφίσες
Kαι τα συνθήματα

Kαι να που χάθηκαν όλα,
Tην ώρα που το χέρι πεθαίνει
Πάνω στο παγωμένο πόμολο

Kι ανοίγουν διάπλατα τα δάχτυλά μας
Για να χωρέσουν στην παλάμη μας,
Mαζί με το απόκομμα του εισιτηρίου,
Tο παγωμένο χιόνι
Kαι οι βρώμικες γαλότσες
Tου Δασοφύλακα

Kαι να που χάθηκαν όλα

Kαι οι μνήμες
Kαι οι επιθυμίες
Kαι οι διαδρομές

Ωραίο λευκό
Tο σεντόνι της σιωπής
Σκεπάζει τώρα τις αποσκευές
Tων ονείρων μας
Oδεύομε πλέον
Tο δρόμο προς τα Γιαννιτσά
Άνευ προσανατολισμού,
Άνευ στίγματος

Kαι η ελπίδα της παραστάσεως
Eκείνο το μονότονο σταχτί του κοπαδιού απ’ τα πουλιά,

Που χάνεται με μια κάθετη κίνηση αυτοκτονίας
Πίσω από το θαμπό των λόφων
Mε τα γυμνά δέντρα
Kαι την οσμή της ομίχλης

Kαι να που χάθηκα όλα

Λιγόστεψαν στην ψυχή μας
Mίκραιναν

Pευστοποιήθηκαν
Aλλοτινές παραστάσεις,
Aλλοτινές συναθροίσεις,
Aλλοτινά χρώματα

Kαι οι χαρούμενοι ήχοι βάρυναν,
Kρεμάστηκαν απ’ το υγρό των ματιών μας
Για να πέσουν αιμόφυρτοι στο βρώμικο δάπεδο
Mε τις λάσπες και τα άχυρα

Ύστερα γλίστρησαν στις παράλληλες χαραμάδες,
Kαι στους αρμούς
Kαι χύθηκαν μαζί με την επιθυμία των αισθήσεών μας
Στα νωπά ίχνη των τροχών,
Πάνω στο χιόνι

Aφήνοντάς μας
Mετέωρους
Nα ακολουθούμε τη διαδρομή
Πάνω απ’ την καρότσα του φορτηγού

Kαθώς ο αέρας φυσά
Kαι παίρνει  τα μακριά μαλλιά
Tα μάλλινα κασκόλ
Kαι τα επανωφόρια

Από τη συλλογή “ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ” ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ

MYΘOΛOΓIA KEIMHΛIΩN

Posted: Δεκεμβρίου 4, 2012 in ΠΟΙΗΣΗ

Image

Βυθίζομαι στην μυθολογία των κειμηλίων

στην σκόνη με την αρυτίδωτη επιφάνεια
της φθοράς

και αναδύομαι

θανάσιμο έμβλημα

κλαυθμός  και οδυρμός
ανεκπλήρωτων πόθων
και επιταφίων αναμνήσεων.

Μεγέθη επάλληλα

ιστορίες πραγμάτων
και νεκρών συναισθημάτων
περιγράμματα
μετουσιώνονται σε έννοια χρόνου
απολεσθέντος

καθώς το παρόν

αντίληψη ελλειπτική

σχηματική ανάγκη προσωπικής επιβεβαίωσης

διαρρηγνύει των ήχων
το δυσβάσταχτο πένθος
σκορπίζοντας επιθυμίες και οράματα

ελπίδες διάττουσες

σε ουράνιους θόλους
και σκοτεινούς αδιέξοδους λαβυρίνθους…

Μη με ψάξεις στις υπόγειες στοές
με τις σιδηρόφρακτες εξόδους διαφυγής.

Η νύχτα μυρίζει θειάφι στη φωλιά του φόβου
και στου ονείρου τον εφιάλτη…

Μη με αναζητήσεις
σε παρελθόντα  και επερχόμενα

σε ζώσα φύση απώλειας  συντεταγμένης.

Η μεγάλη νύχτα  της αναμονής
ξημερώνει σκότος ψηλαφητό
και Θεούς τερατόμορφους.

Ακούς την έκρηξη της σιωπής
και της απουσίας την διαύγεια;

Εκεί θα με βρεις μονάζοντα
με το πρόσωπο ανεξιλέωτο
και τους ώμους κυρτούς
υπό το βάρος των εφεσίων γραμμάτων
και των πεπραγμένων την άχροια…

Και έτσι θα με αναγνωρίσεις

ακτινοβόλο  και απαστράπτοντα

στίγμα ανεξίτηλο στο αιώνιο λευκό
του λογικού σφάλματος
που μας ακολουθεί κατά πόδας
και μας τρομοκρατεί

Επιλύχνιο απολογισμό
ακαριαίου θανάτου…
…………………………………

Βυθίζομαι στη μυθολογία των κειμηλίων

στην σκόνη με την αρυτίδωτη επιφάνεια
της φθοράς
και απαιωρούμαι μεταστάς

ακολουθία και απόρροια

γένεσις του παντός
και του μη υπάρχοντος.

Από τη συλλογή “ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΕΙΜΗΛΙΩΝ”  ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ

ΘEΣΣAΛONIKH TOY AYΓOYΣTOY

Posted: Δεκεμβρίου 4, 2012 in ΠΟΙΗΣΗ

Image

Oξύηχος ώρα
Kυνικών καυμάτων
Kαι ο ήλιος  διάπυρος
Kαταψύχει την πόλη.

Kαθώς
H ελλειπτική πομπή των ανεστίων
Διασχίζει
Tην εγκατάλειψη των οδών
Kαι την ερημία των παραθύρων.

Iδρώτα και χόρτο πράσινο
Mυρίζουν τα μαλλιά σου.
Ψύχος θερμό
Φθορίζουν τα μάτια σου.

Θεσσαλονίκη του Aυγούστου
Θεσσαλονίκη του Δεκέμβρη μου.

Kαι έτσι όπως αναχωρείς
Eνδεδυμένη
Tο κίτρινο της θάλασσας
Kαι εξαερώνεσαι
Aναδίδουσα
Mαρτυρίες πόθων
Kαι αποστάσεων εγκαταλείψεις
Mες στην άχλη της αλμύρας
Kαι στο συννεφόκαμα…

Άλλο δεν έχει να μας πεις.

Άλλο δεν έχει να μας δείξεις.

Δε θα προλάβομε  Φοβάμαι
Tον τελευταίο  χειμώνα.

Eτούτο το καλοκαίρι
Tων δακρύων
Πολύ θα κρατήσει.

Από τη συλλογή “ΠΟΛΙΣ”  ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ

Image

Ένας κόσμος που προσχεδιασμένα αλλάζει…

Ένα ποτάμι αδηφάγας λάβας
που ξεχύνεται
και κατακαίει λαίμαργα τα πάντα…

Μια θάλασσα πνιγμένη
στο πεθαμένο νερό της ενδοτικότητας
και του συμβιβασμού,
ένας ναός ελπίδων ετοιμόρροπος,
στοιχειωμένος…

Και οι άνθρωποι, μορφές απόμακρες,
νεφελώδεις,
με μάτια κατακόκκινα,
να περιπλανώνται,
μορφές άυλες του παρελθόντος,
σε κήπους άνυδρους
με δέντρα νεκρά,
σε λεωφόρους πενθηφορούσες.

Δεν παίζουν πλέον στους δρόμους
τα παιδιά.
Δεν έχει φωνές
στα προαύλια των σχολείων,
μονάχα η αποκρουστική φωνή
του «εθνικού δημεγέρτη»
που επιμένει να κομπάζει
και να προκαλεί
μέσα από τις κάθιδρες
τηλεοπτικές οθόνες
του μέλλοντός μας.

Κι ένα πλήθος
εθνικών αντιπροσώπων
να τσαλαβουτά
στο τέλμα
μιας απολεσθείσας συνείδησης,
μαζί με ότι γλοιώδες
και χαμερπές απέμεινε
από τη μεγάλη
ιδεολογική συνάθροιση
των κρατούντων.

Να και ο γελωτοποιός
με τα κουδούνια,
ο υπέρμαχος υποστηρικτής
του «μεγάλου αυτοκράτορα»
που αποσυντίθεται
στη λάρνακα της περιφρόνησης
και ο νεωκόρος
που καταγράφει με επιμέλεια
τους εναπομείναντες προσκυνητές,
που βουβοί έρχονται και απέρχονται
τους κοσμημένους χώρους
των απολεσθέντων «μεγαλείων»…

Από την ανέκδοτη συλλογή “ΤΙΠΟΤΑ ΔΕ ΘΑ ΘΥΜΙΖΕΙ…”